Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

Ποιήματα για τη Θεσσαλονίκη: Μανόλης Αναγνωστάκης, Τόλης Νικηφόρου, Νίκος Καββαδίας, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Κώστας Λαχάς

Ο «μεγάλος» ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης, από τη Θεσσαλονίκη, ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, έχει γράψει κι ένα εκπληκτικό ποίημα, με τίτλο «Θεσσαλονίκη, Μέρες το 1969 μ.Χ.», το οποίο ανήκει στη Συλλογή « στόχος» (1970).

Στν δ Αγύπτου -πρώτη πάροδος δεξιά!
Τώρα
ψώνεται τ μέγαρο τς Τράπεζας Συναλλαγν
Τουριστικ
γραφεα κα πρακτορεα μεταναστεύσεως.
Κα
τ παιδάκια δν μπορονε πι ν παίξουνε π
τ
τόσα τροχοφόρα πο περνονε.
λλωστε τ παιδι μεγάλωσαν, καιρς κενος πέρασε πο ξέρατε
Τώρα πι
δ γελον, δν ψιθυρίζουν μυστικά, δν μπιστεύονται,
σα πιζήσαν, ννοεται, γιατ ρθανε βαρις ρρώστιες π τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατι
τες,
Θυμο
νται τ λόγια το πατέρα: σ θ γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δ
ν χει σημασία τελικ ν δν τς γνώρισαν, λένε τ μάθημα
ο
διοι στ παιδιά τους
λπίζοντας πάντοτε πς κάποτε θ σταματήσει λυσίδα
σως στ παιδι τν παιδιν τους στ παιδι τν παιδιν
τ
ν παιδιν τους.
Πρ
ς τ παρόν, στν παλι δρόμο πο λέγαμε, ψώνεται
Τράπεζα Συναλλαγν
-
γ συναλλάσσομαι, σ συναλλάσσεσαι, ατς συναλλάσσεται-
Τουριστικ
γραφεα κα πρακτορεα μεταναστεύσεως
-
μες μεταναστεύουμε, σες μεταναστεύετε, ατο μεταναστεύουν-
που κα ν ταξιδέψω λλάδα μ πληγώνει, λεγε κι Ποιητς
λλάδα μ τ ραα νησιά, τ ραα γραφεα,
τ
ς ραες κκλησις
λλς τν λλήνων.




Τόλης Νικηφόρου
ν' ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα

ν' ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα /
και να χαμογελάει μια γλάστρα στο μπαλκόνι
 / αχνά μες στο ψιλόβροχο να ξημερώνει Κυριακή
το χώμα να μυρίζει γειτονιά /
 και ο ταμπλάς ξεροψημένο σάμαλι /
 ένας χαρταετός να υψώνεται πάνω απ' τα κάστρα
νωχελικά να κατεβαίνεις την Αριστοτέλους /
να κάθεσαι σε καφενείο της παραλίας /
πίσω απ' τα τζάμια να ρουφάς /
αργά, πολύ αργά τον τούρκικο /
 και να καπνίζεις ένα, δύο, τρία τσιγάρα /
με τον καπνό να σε τυλίγει σαν ομίχλη /
 κοιτάζοντας τα ψαροκάικα και πιο βαθιά τη θάλασσα
ν' ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα /
χρώματα σκοτεινά να αναδύονται στο φως /
 να ονειρεύεσαι ταξίδια
(από τη συλλογή "Μυστικά και θαύματα, ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας", 2007)


μητρόπολη της μνήμης, της ψυχής

πόσοι και πόσοι αγάπησαν / και χάθηκαν σ' αυτή την πόλη / κι άφησαν ένα φως παράξενο / σαν απ' τα μάτια τους θαμπό / σε ρημαγμένες πέτρες
παιδιά της προσφυγιάς στα καλντερίμια της / με τον απέραντο καημό της μνήμης / στους λόφους και τις φτωχογειτονιές / γύρω απ' τον κόλπο
λάμπουν εκστατικά τα ερείπια από τότε / ένα παράξενο ψηφιδωτό της ιστορίας / κάστρα και μαυρισμένα ξύλα / αόρατα τζαμιά, συναγωγές, / αψίδες, μακεδονικά κτερίσματα, / τάφοι και εκκλησιές βυζαντινές μέσα στο χώμα / φαντάσματα που ψιθυρίζουν μυστικά / απ' την αρχή του χρόνου
εδώ το σούρουπο ανατέλλουν οι ψυχές / κόκκινος ήλιος, σύννεφα / που παιχνιδίζουν με τον άνεμο στον ουρανό / στο άπειρο που ονειρεύονται και ταξιδεύουν
(αδημοσίευτο)


Νίκος Καββαδίας  

Θεσσαλονίκη
                                               Στ Γιργο Κουμβακάλη
τανε κείνη τ νυχτι πο φύσαγε Βαρδάρης,
τ
κύμα πλώρη κέρδιζεν ργι μ τν ργιά.
Σ
᾿ στειλε πρτος τ νερ ν πς γι ν γραδάρεις,
μ
σ θυμσαι τ Σμαρ κα τν Καλαμαριά.
Ξέχασες κενο τ σκοπ πο λέγανε ο Χιλιάνοι
-
γιε Νικόλα φύλαγε κι για Θαλασσινή.-
Τυφλ
κορίτσι σ᾿ δηγάει, παιδ το Modigliani,
πο
τ᾿ γαποσε δόκιμος κι ο δύο Μαρμαρινοί.
Νερ καλάρει τ Fore Peak, νερ κα τ πανιόλα
μ
σένα μία παράξενη ζαλάδα σ κινε.
Μ
στάμπα πο δν φαίνεται σ κέντησε Σπανιόλα
τ κορίτσι πο χορεύει πάνω στ σκοινί;
πάνω στ γιατάκι σου φίδι νωθρ κοιμται
κα
φέρνει βόλτες ψάχνοντας τ ροχα σου μαϊμού.
κτς π τ μάνα σου κανες δν σ θυμται
σ
τοτο τ τρομακτικ ταξίδι το χαμο.
ναύτης ρίχνει τ χαρτι κι θερμαστς τ ζάρι
κι α
τς πο φταίει κα δ νογάει, παραπατάει λοξά.
Θυμήσου κε
νο τ στεν κινέζικο παζάρι
κα
τ κορίτσι πού κλαιγε πνιχτ μς στ ρικσά.
Κάτω π φτα κόκκινα κοιμται Σαλονίκη.
Πρ
ν δέκα χρόνια μεθυσμένη μο πες «σ᾿ γαπ».
Α
ριο, σν τότε, κα χωρς χρυσάφι στ μανίκι,
μάταια θ
ψάχνεις τ στρατ πο πάει γι τ Depot.

   
(Από την συλλογή “Πούσι” )
Θεσσαλονίκη ΙΙ

Τράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Χορτιάτης
κι ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή.
Γραφή από τρεις και μου `γινες μοτάρι και καρφί.
Μα έριχνε η Τούμπα, σε διπλό κρεβάτι, τα χαρτιά της.

Τη μάκινα για τον καπνό και το τσιγαροχάρτι
την έχασες, την ξέχασες, τη χάρισες αλλού.
Ήτανε τότε που έσπασε το μεσιανό κατάρτι.
Τα ψέματα του βουτηχτή, του ναύτη, του λωλού.

Και τι δεν έχω υποσχεθεί και τι δεν έχω τάξει,
μα τα σαράντα κύματα μου φταίνε και ξεχνώ
της Άγρας τα μακριά σαριά, του Σάντουν το μετάξι
και τα θυμάμαι μόλις δω αναθρώσκοντα καπνό.

Το δαχτυλίδι που `φερνα μου το `κλεψε η Οράγια.
Τον παπαγάλο μάδησε και έπαψε να μιλεί.
Ας εκατέβαινε έστω μια, στο βίρα, στα μουράγια,
κι ας κοίταζε την άγκυρα μονάχα, που καλεί.

Τίποτα στα χεράκια μου, μάνα μου, δε φτουράει
έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά.
Σιχαίνομαι το ναυτικό που εμάζεψε λεφτά.
Εμούτζωσε τη θάλασσα και τηνε κατουράει.

Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι.
Να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά.
Κι αν κάποια στην Καλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,
Μπορεί να `ρθω απ’ τα πέλαγα με τη φυρονεριά.

Ντίνος Χριστιανόπουλος

 Εγνατία

Με τσάκισε κι απόψε η Εγνατία
με τα κεσάτια της.
Δε μυρμηγκιάζει πια η ομορφιά
στα παραβαρδάρια -
κάτι έχει αλλάξει,
αρχίσαμε κι εδώ τα καμώματα της Αθήνας,
όσοι δε φεύγουν για τη Γερμανία ακριβοπληρώνονται,
ανέβηκαν πολύ οι ταρίφες,
πού ο καιρός που τριγυρνούσαμε χωρίς λεφτά,
κάνοντας κιόλας και τον δύσκολο.

Πρέπει να βρω μια άλλη Εγνατία.


Από τη συλλογή Ανυπεράσπιστος καημός (1960)


 Κώστας Λαχάς

Παίδες Ελλήνων ίτε

Παίδες Ελλήνων ίτε
στο Μανδραγόρα, στο ντεφάκτο, στο σαντέ
επί σκοπόν μες στα μπαράκια γρηγορείτε
γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ.

Εμπρός στα χαρακώματα τροχάδην
όρθιοι σώμα με σώμα ή πρηνείς,
μάχες να δώσουμε εκ του συστάδην
επώνυμοι, ανώνυμοι και αφανείς.

Ένα κόκκινο φεγγάρι με αλώνει
τον καημό μου μεγαλώνει-μεγαλώνει.
Ένα κόκκινο φεγγάρι με αλώνει
τον καημό μου μεγαλώνει-μεγαλώνει.

Τα όνειρά μας σβήνουν πριν να φέξει
στις σκοτεινές προφυλακές των μπαρ
στα γόνατά μου κλαίει μια σταρ
για ρόλους που ποτέ της δεν θα παίξει.

1 σχόλιο: